IMG_1715.HEIC

Θραύσματα από την διαδικασία τη σκέψη και την έρευνα 

Το έργο προτείνει μια βλέψη και ταυτόχρονα μελέτη του χορού ως ένα μονοπάτι για την αφύπνιση, την αναζωογόνηση και την επαφή με τη γνώση της φύσης. 

Μέσα μας υπάρχουν μηχανισμοί που επιτρέπουν είτε περισσότερη ζωή είτε όχι. Οι άνθρωποι γεννιούνται με την ικανότητα να συνδέονται με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και την ικανότητα να αποσυνδέονται, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού τους. Μαθαίνουν ο ένας μέσα από τον άλλον να υποστηρίξουν μοτίβα που φέρνουν περισσότερη σύνδεση ή αποσύνδεση. 

Η προχοχή μας μπορεί μόνο να εκλάβει θραύσματα από αυτό που πραγματικά συμβαίνει, μπορεί να συνδεθεί μόνο από την πλευρά από την οποία λαμβάνει, και μια συνολική αντίληψη των πραγμάτων δεν είναι εφικτή να υπάρχει.  Τα πράγματα μετακινούνται και διαμορφώνονται διαρκώς σε σχέση το ένα με το άλλο-έτσι ο άνθρωπος δεν. μπορεί να είναι ολοκληρωμένος, τίποτα από μόνο του δεν είναι ολοκληρωμένο.  

Κατοικώντας το σώμα μας, θραύσματα μας οδηγούν, χνάρια και κλωστές προς την άνοιξη.

ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΑΝ ΑΞΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΜΑΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΒΕΣ ΜΑΣ.

“Πού βρέθηκε το νεκρό σώμα; Ποιός το βρήκε;

 

Το νεκρό σώμα ήταν νεκρό όταν βρέθηκε; Πώς βρέθηκε το νεκρό σώμα; Ποιός ήταν το νεκρό σώμα; Ποιός ήταν ο πατέρας ή μητέρα ή αδερφός; Ή ο θείος ή η αδερφή ή η μητέρα ή ο γιος του νεκρού και παρατημένου σώματος; Το νεκρό σώμα ήταν νεκρό όταν το παράτησαν; Το παράτησαν το νεκρό σώμα; Ποιός το παράτησε;

 

Ήταν γυμνό ή ντυμένο για το ταξίδι; Tι σε έκανε να ανακηρύξεις το νεκρό σώμα νεκρό; Ανακήρυξες το νεκρό σώμα νεκρό; Πόσο καλά ήξερες το νεκρό σώμα; Πώς ήξερες ότι το νεκρό σώμα ήταν νεκρό;

 

Το έπλυνες το νεκρό σώμα; Έκλεισες και τα δυο του μάτια; Το έθαψες το νεκρό σώμα; Το άφησες παρατημένο; Το φίλησες το νεκρό σώμα;”

«Θάνατος», του Χάρολντ Πίντερ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΒΑΣ

 Κάθε μέρα μέσα σε κάθε άνθρωπο θυσιάζεται η γη και στη θέση της τοποθετούνται τοτέμ και φετίχ. Αντικείμενα, ιδέες, εικόνες αντικαθιστούν τη γη του καθενός.

 

Τα κορίτσια που κατεβαίνουν από τους λόφους είναι τα δέντρα, φυτά, πουλιά και τα ζώα που έρχονται/υπάρχουν γύρω μας με τη δύναμη της ζωής σαν μία κλωστή, μία ίνα που υπάρχει απλά και αναλλοίωτη.

Βασιλική Τσαγκάρη

Τα κορίτσια απουσιάζουν, κατεβαίνουν από τους λόφους με κινητά τηλέφωνα στο χέρι.

 

Μια γυναίκα ντυμένη με απροσδιόριστα μαύρα κάθεται σε ένα καφάσι στην είσοδο της κρεαταγοράς και με πείθει. Την κοιτώ στα μάτια, κάτι με συνδέει μαζί της, ντρέπομαι για τον χρόνο που της έκλεψα παρατηρώντας τη και της δίνω 1 ευρώ για αντάλλαγμα, αλλά θα της τα φάνε. Ακούω μια φωνή δίπλα μου να λέει. Η γυναίκα με κοιτά στα μάτια, σιωπή ζώου, αξιοπρέπεια ζώου, αποδοχή της μοίρας, είναι εκεί μου λέει το μέλλον.

 

Κοιμάμαι στον κήπο. Φωνάζω. Κλαίω. Μάλωσα με τη φίλη μου. Η πάλη στα χέρια. Η πόλη στα χέρια. Μία Σταχτομπούτα. Μόνο κορίτσια. Η Ιεροτελεστία είναι να είμαστε φίλοι. Ιεροτελεστία είναι ένας μεγάλος έρωτας. Ιεροτελεστία είναι να μην έχεις άγχος, να μην έχεις νεύρα. Ιεροτελεστία είναι να κοιτάμε στο πρόσωπο.

 

Περιμένει.

Μεγαλώσει.

Σήμερα.

Καταλαβαίνει.

Σήμερα.

Παραμονεύουμε.

Ξαπλώνουμε.

Ευτυχισμένοι.

Ευχαριστημένο.

Μπαχαλοφωνή.

Ξεκουράσου.

Ξανακατεβαίνει.

Φαρμακοποιός.

Συγκινημένη.

Στεναχωρημένη.

Ξένα χώματα.

Αποφασισμένη.

Μακαρίτισσα.

Χρεοκοπημένη.

Χειμωνιάτικα.

 

Κορίτσια σουλατσάρουν πάνω κάτω, κάτι ψάχνω, μυρίζονται πως κάτι ψάχνω και με πλησιάζουν, αυτές πωλούν έρωτα 20 ευρώ, εγώ ψάχνω κομμάτια για να συνθέσω μία άνοιξη. Είναι εκεί τα κορίτσια. Τα σέβομαι. Δε τα κοιτώ. Μονάχα αφουγκράζομαι την ύπαρξη τους. Πιο παρούσες. Πιο αληθινές. Πιο εκεί.

Μπροστά στο ZARA μεγάλη ουρά, γυναίκες, κορίτσια, μανάδες, γιαγιάδες περιμένουν με ραντεβού για ένα μπλουζάκι. Λένε «κλικ» και φύγε.

Βλέπω πολύ ζωή αλλά πουθενά άνοιξη. 

Όλη η ζωή έχει μεταμορφωθεί σε πόνο, ασχήμια. 

Μου έρχεται στο μυαλό το ποίημα του …… «Το ψοφίμι»

Περπατά στην ακρογιαλιά και βλέπει έναν πεθαμένο γλάρο να τον τρώνε τα σκουλήκια, ωδή στην αποσύνθεση, ωδή στη ζωή, κατάργηση του θανάτου. 

Η Άνοιξη δεν είναι όμορφη. Η Άνοιξη είναι ζωή. 

Τα σκουλήκια τρώνε την πεθαμένη σάρκα. Λαμπρό δείπνο. Σύντομα θα γίνουν πεταλούδες.

Γύρω μου παιδιά βαράνε πρέζα. Είναι σε κοινότητα. Επικοινωνούν με τον πλανήτη τους. Λίγο εδώ, πολύ εκεί. Αγαπιούνται μεταξύ τους, είναι αλληλέγγυοι. Προσεύχονται στο Χριστό. Κάτι ψάχνουν. Όταν ψάχνεις, ψάχνεις μία Άνοιξη, ζητάς κάτι να ανοίξει.

‘Αντρες κατέβηκαν τους λόφους, ήρθαν από μακριά να βρουν την άνοιξη. Στενά δρομάκια γεμάτα ζωή, άντρες από την Ανατολή, παλιοί άνθρωποι. Μου θυμίζουν τα παιδικά μου χρόνια. Γυναίκες σπάνια εμφανίζονται, πωλούν τα προϊόντα τους, αργά χωρίς βιασύνη. Κάθονται και περιμένουν.

Περπατώ στα στενά και νιώθω οικεία.

Ένας Ιερέας με μαύρη μάσκα, καλοσιδερωμένο ράσο, γυαλισμένα παπούτσια και μία σακούλα γεμάτη φαγητά. Αυτός ο Ιερέας δε μου θυμίζει τίποτα.

Μπαίνω σε μία μικρή εκκλησία δίπλα στην πλατεία Θεάτρου. Για κάποιο λόγο φοβάμαι.

Ένας ταλαίπωρος έχει απλωθεί στο πάτωμα του ναού και ζητά βοήθεια από το θεό. Πρώτη φορά ακούω να ζητούν βοήθεια από το θεό με τέτοια φωνή. Άμεση απόγνωση. Σαν να είναι στο περίπτερο και να ζητά τσιγάρα. Γύρω κανείς δε βοηθάει. Γυναίκες και νεοκόροι ανάβουν και σβήνουν κεριά. Ο άνθρωπος ζητά βοήθεια από το θεό. Στην αρχή σκέφτομαι να καλέσω ασθενοφόρο. Η φωνή του μοιάζει με ανθρώπου που αιμορραγεί. Μετά σκέφτομαι: για να είναι στην εκκλησία, κάτι άλλο ψάχνει. Μοιάζει με δαίμονας. Το σώμα του δεν σταματά στην επιφάνεια του δέρματος του. Διαχέεται μέσα στο ναό. 

Κολυμπάμε όλοι μέσα στην απελπισία του. Μπήκαμε όλοι στον ναό της απελπισίας του. Φτάσαμε στον πάτο. Μέσα στην απελπισία του είναι πιο παρούσα η ζωή από ότι στους δρόμους.

Απουσία κοριτσιών από τους λόφους. Απουσία γιορτής. Πόλεμος Ανατολής με δύση. 

Αυτοί που έχουν κρύβονται να μην τους τα πάρουν αυτοί που δεν έχουν.

Τρέχω να προλάβω προλάβω. Μπαίνω στο μετρό. Αφουγκράζομαι τη γη. Τα πιο πολλά ζευγάρια μάτια θολά. Θυμάμαι τη θεία μου που έλεγε το μάτι του ψαριού πρέπει να είναι καθαρό για να είναι φρέσκο. «Άμα είναι θολό, μην το πάρεις, είναι μπαγιάτικο.»

Λίγους ανθρώπους βλέπω με καθαρά μάτια, καθαρά μάτια έχουν αυτοί που κάτι ψάχνουν. 

Που πηγαίνουν όλα αυτά που δεν θυμόμαστε;

Στην πόλη η ιστορία είναι γραμμένη παντού. Σε μικρές λεπτομέρειες. Στρώματα Ιστορίας, το ένα πάνω στο άλλο. Τα φυτά στα μπαλκόνια, ένα νούμερο χωρίς το 210, η συνεχής αλλαγή της ανθρωπογεωγραφίας. Όσο υπάρχουν άνθρωποι κάτι κινείται. Η ερήμωση σημαίνει την κατοχή του μέρους.

Ο γιος μου αναφέρεται σε ανθρώπους που έχουν πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που μιλάει για τους ζωντανούς. Είναι 2,5 χρονών. Δεν έχει αναρωτηθεί που είναι αυτός που ποτέ δεν έχει δει. Μιλάει για αυτόν όμως με μία ξεκάθαρη αμεσότητα, έχει παραχωρήσει στον καθέναν το χώρο του στο λόγο του και τη σκέψη του.

Μεγαλώνοντας μάλλον θεωρούμε πως πρέπει να διαχωρίσουμε τα πράγματα και έτσι χάνουμε κάποιες ικανότητες, και σίγουρα πολύ χιούμορ. Η ρευστότητα αντικαθίσταται από στερεοποίηση.

 

ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΛΕΙΣΤΑ!

Σε μία εποχή με κλειστές πόρτες και κλειστά παράθυρα, τι άνοιξη περιμένεις;

Ανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοξιηανιοξηηξιοναηξιοναηξιοιξηναηξιοξνηαξιοξηανηξηανιοξηανηξαιοξαηναηξαιοξανηαξιοαιξαηναηαξιοαξανοιξηανοιξηανοιξηανηξαοοαιιξαηανοιξηανοιξηναοιξανοιξηανοιξηανοιξηανοξιηανοιξηανοξιηανοιξηανοιξηανοιξηανοξιηανξοξηαανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοξηανοιξηανοιξανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξηανοιξη

 

«Θα κρυώσεις, θα χτυπήσεις, να προσέχεις, θα παχύνεις, θα αδυνατίσεις, θα φας σκατά, θα πληγωθείς, θα αρρωστήσεις, θα σε κοροϊδέψουν, θα πέσουν να σε φάνε, θα μιλάς, θα τρως, θα κάθεσαι καλά, θα γελάς, θα κλάψεις, θα ζοριστείς, θα πεθάνεις, θα πεθάνει η γάτα σου, θα πεθάνει η μαμά, θα πεθάνει το σπίτι, θα πεθάνω.»

Γεννήθηκα μία άνοιξη που χιόνιζε. Για αυτό δε ξέρω να φέρομαι.

Η μαμά λέει ότι η ιεροτελεστία της Άνοιξης είναι η γέννα μου. Αυτό αυτόματα με κάνει ένα θεό ή απλά η μαμά θέλει να πιστεύω έτσι ώστε να έχω κουράγιο να τα βγάλω πέρα;

Ή τα αφήνω όλα πίσω μου ή τα κοιτάω και ζω με αυτά και μαθαίνω να τα αγαπώ και να τα σέβομαι. Θα μου προσφέρω λουλούδια και θα μου θυσιάσω μια ανάσα για να νιώσω καλύτερα.

Φαντάζομαι πως αν όλοι θυσιάζαμε τις ανάσες μας εμείς θα πεθαίναμε και η γη θα άνθιζε. Να προσφέρουμε στη γη τις ανάσες μας, να πάρει λίγο αέρα.

Οι σάρκες των νεαρών κοριτσιών σαν σφαγεία πάνω στους λόφους κομμάτια κρέατος που παγώνουν και γίνονται πέτρες. Τα σώματα τους μένουν αιώνια πάνω στο λόφο κάτω από την ακρόπολη. Κι εκεί πάνω ξαποστένουμε εμείς. Εκεί γίνεται μία συνάντηση του νεκρού σώματος με το ζωντανό. Τα πάντα γύρω μας μία σηματοδοτούνται όταν ο υπάρχει ο αριθμός δύο. Ακόμη και ο τίτλος «Ιεροτελεστία της Άνοιξης». Δεν είναι μόνο Άνοιξη ούτε μόνο Ιεροτελεστία. Είναι μία ένωση που δίνει αυτή τη σημασία. Πρώτα πρέπει να συναντηθείς με το ένα, να το αναζητήσεις, να το εξερευνήσεις, να του δώσεις ένα νόημα ή και να σου δώσει αυτό και μετά να πας στο άλλο, πρέπει να τα συναντήσεις και τα δύο.

 

Φλογέρες: τα σώματα μας βρίσκουν το δικό τους ρυθμό και τη δική τους εκπνοή Δημιουργείται μια μελωδία από τις ανάσες μας. Ο καθένας από εμάς είμαστε μία τρύπα πάνω σε μια φλογέρα. Όπως αφήνουμε τον ήχο της εκπνοής μας να δημιουργήσει κάτι μέσα στο χώρο έτσι και η φλογέρα δημιουργεί μελωδία βγάζοντας τον αέρα της από κάθε τρύπα.

 

Το παρελθόν είναι κάτι σαν τα πόδια μας.

Ποιόν φοβούνται αυτοί που φοβόμαστε;

Τι θα είχε νόημα να θυσιάσουμε; Έχουμε άραγε επιθυμία-ες στην εποχή μας; Λαχταράμε πράγματα;Έχουμε επιθυμίες που φτάνουν το ιερό;

Πώς αντιλαμβανόμαστε το χρόνο; Την είσοδο σε κάθε ηλικία; Και τα σώματα μας; Πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο όταν τον ξέρουμε μόνο με δραστηριότητες;

Πότε και με τι μασάνε οι «αδίστακτοι», οι «επικίνδυνοι», αυτοί που μας τρομάζουν; Ποια είναι η δική τους επιθυμία; Έχουν επιθυμία;

Η επαφή με την ανθρώπινη εξαθλίωση. Η απόλυτη απαξίωση του σώματος. 

 

Τα λουλούδια, ο θάνατος, τα νερά είναι γεμάτα.

Τα σπίτια, τα ξύλα, ξύνουνε τα ξύλα.

Τα λουλούδια είναι κόκκινα και κίτρινα.

Πίσω στη γη να είναι χαρούμενη και να μην είναι λυπημένη

Χαμός πίσω, χάλια ταξίδι.

Παραλία σαν όνειρο.

Η παράσταση είναι αυτό που χορεύεις μέσα σου. Και το ζεις αυτό που χορεύεις, όταν ο χορός βγαίνει έξω και χορεύεις.

Το πουλί πετούσε ψηλά, πολύ ψηλά και κάποιος είδε την δύναμη του και χόρεψε και αυτός.

Τα μαλλιά θα είναι πίσω.

Θα έχει ποτά και χυμούς. Αν βρέχει θα χορεύουμε στη βροχή.

Αν έχει ήλιο θα έχουμε κορδέλες στα μαλλιά

 

“Είμαστε μέρος της γης ζούμε στα βάθη της όπως τα φύκια στα βάθη των ωκεανών που υποστηρίζονται από τη βαρύτητα της γης ……..” D. Abraam Becoming Animal

 

 

“Στον αγώνα τουλάχιστον των τριών χιλιάδων ετών μεταξύ του Πενθέα και του Διονύσου μεταξύ των παπάδων και των χωρικών που χορεύουν, μεταξύ των Πουριτανών και των καρναβαλικών, μεταξύ ιεραποστόλων και των ασκούμενων των ιθαγενών θρησκειών εκστατικού χορού - ο Πενθέας και οι σύμμαχοί του φαίνεται να επικράτησαν επιτέλους. Όχι μόνο η πιθανότητα συλλογικής χαράς περιθωριοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό στις βιτρίνες, εκκλησίες των φτωχών και των σκοτεινών club που συχνάζουν οι νέοι, αλλά η ίδια η πηγή αυτής της χαράς - οι άλλοι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των ξένων - δεν έχουν πλέον μεγάλη έκκληση. Στον σημερινό κόσμο, οι άλλοι άνθρωποι έχουν γίνει εμπόδιο στις ατομικές μας αναζητήσεις. Εμποδίζουν την πρόοδό μας σε αστικούς δρόμους και αυτοκινητόδρομους, ανταγωνίζονται για θέσεις στάθμευσης και θέσεις εργασίας, αυξάνουν την τιμή της στέγασης και «καταστρέφουν» τα αγαπημένα μας σημεία διακοπών με τις απολαύσεις και τη θορυβώδη παρουσία τους, μπορεί ακόμη και να είναι εγκληματίες ή τρομοκράτες.” Barbara Ehrenreich Dancing in the Streets

 

 

 “O Διόνυσος ... δεν ζήτησε τους οπαδούς του για την πίστη ή την πίστη τους · τους κάλεσε να τον συλλάβουν άμεσα, να αφήσουν να εισέλθει, με όλη την τρέλα και τη δόξα του, στο σώμα και στο μυαλό τους.”  Barbara Ehrenreich Dancing in the Streets

 

" Δώστε όσα παίρνετε και όλα θα είναι καλά" Μάορι

 

“Δεν μπορείς πραγματικά να θάψεις την άνοιξη κάτω από τόνους τσιμέντου, μηχανών και βαμμένου μέταλλου, υπάρχει ένα μέρος για την άνοιξη μέσα στον καθένα” 

 

Μπορείς να δεις γύρω σου μικρές μικρές ιεροτελεστίες. Όπως όταν κάποιος πετάει ένα κομμάτι ψωμί στα περιστέρια, η στιγμή που όλα μαζί προσγειώνονται πάνω στο φαγητό είναι μία μικρή Ιεροτελεστία. Ακόμη μπορεί να είναι πως εσύ, το σώμα σου το μυαλό σου εσύ σαν οντότητα ξεκινάς από ένα σημείο και επιστρέφεις πίσω σε αυτό διαφορετικός συναντάς την διαδρομή πράγματα που σου προκαλούν απορία, χαμόγελο, σου αλλάζουν το ρυθμό σε βγάζουν από το δρόμο σου, συναντάς ακόμη και το φόβο που δεν ξέρεις που οδηγεί ο δρόμος αλλά εκεί μέσα σε αυτή την πορεία βρίσκεις ότι ο πυρήνας της ιεροτελεστίας είναι η επιθυμία και την εξερεύνηση του άγνωστου.

 

 

 

“Πως φεύγεις από κάτι ιερό για να βρείς κάτι καινούργιο; Με οργή για το παλιό; Γιατί φεύγεις; Γιατί σε πονάει; πότε φωνάζουμε για το ιερό; Τα ιερά πράγματα είναι ζόρικα και όταν φεύγεις από το ιερό σου είσαι αδύναμος, μόνος, λίγος.”

 

 

Όταν ανεβαίνεις πάνω σε μια πέτρα μπορείς να δεις τον κόσμο από ψηλά. Τα δέντρα βρίσκονται παντού γύρω σου, από τη μια πλευρά οι άνθρωποι, τα σπίτια και από την άλλη μόνο τα πράσινα βουνά και στο βάθος η θάλασσα. Ισορροπείς ανάμεσα τους. Και παρατηρείς πόσο μικρή είσαι μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο. Πότε γεννήθηκες, γιατί γεννήθηκες; Θα ήθελες να μην είχες γεννηθεί; Αναρωτιέσαι και ζεις χωρίς να ξέρεις αν ήθελες να ζεις. Μια γέννηση είναι ο κόσμος όλος. Παντού γύρω σου μια γέννηση. Κι όλα στέκονται εκεί και περιμένουν το θάνατο. Η ζωή κινείται όπως ο ήλιος. Ακολουθούμε τις διαδρομές του χωρίς να το γνωρίζουμε. Δίπλα μου στέκεται σε έναν βράχο ένας θεός. Ξέμεινε κι αυτός εδώ πάνω όπως εγώ. Με κοιτάει δεν ξέρω αν αντιλαμβάνεται πως κι εγώ μέσα μου κρύβω έναν θεό. Αρχίζω να χορεύω για έναν θεό που στην αρχή δεν του έχω δώσει τη σημασία που του πρέπει αλλά είναι εκεί τώρα τον βλέπω κρύβεται σε μια πέτρα. Δεν μπορείς να τον δεις από μακριά. Πρέπει να τον πλησιάσεις, να τον ερωτευτείς, να χορέψεις για εκείνον, να κάνεις το παιδί του. Να νιώσεις την κούραση του έρωτα, να κλάψεις που γεννήθηκες, να αγκαλιάσεις την πέτρα, να κρυφτείς δίπλα της, να νιώσεις απειλή αλλά και μια γαλήνη όταν κοιτάξεις τον ουρανό. Να αναρωτηθείς πόσο μόνος σου είσαι μέσα σε έναν κόσμο πλούσιο από ζωή. Και να χαρείς που είσαι αυτό που είσαι, να χαϊδέψεις τα πόδια σου που σε έφεραν εδώ πάνω, να αγκαλιάσεις την πέτρα και να νιώσεις ότι ήρθες στον κόσμο από πέτρινους γονείς να νιώσεις το άγγιγμα της πέτρας πιο τρυφερό από εκείνο που σου έδωσαν οι γονείς σου. 

 

Άνοιξη, ότι γεννιέται για να πεθάνει. Η πορεία της ζωης του καθενός είναι ο προσωπικός χορός που θα επιλέξει να τον οδηγήσει άλλοτε σε μια φλόγα σαν εκείνη όταν πλησιάζεις τον ήλιο και άλλοτε σε ένα παγωμένο φεγγάρι. 

 

  • Facebook